Εθνικό Iδρυμα Ερευνών


Νεολαία και Στρατός 1917-1923 - ΕΙΕ

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (ΙΝΕ)

Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς:

«Νεολαία και στρατός – Αναπαραστάσεις, συμβολικά συστήματα και μορφές κοινωνικότητας των στρατευμένων νέων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1918-1923» (υπό εκπόνηση).

Αντικείμενο αυτής της έρευνας είναι η ενδοσκόπηση της δύσκολης καθημερινότητας αλλά και πρακτικών των νέων, ως στρατευμένων στις αρχές του 20ου αιώνα, με έμφαση στην κρίσιμη περίοδο 1918-1923. Η ανασύνθεση αυτή φιλοδοξεί να εντοπίσει τους αναπαραστατικούς μηχανισμούς, τα συμβολικά συστήματα, τις έμφυλες συμπεριφορές και στερεότυπα (και ως προς τις σχέσεις των δύο φύλων), προσδιορίζοντας ει δυνατόν τις νοοτροπίες και εν δυνάμει ερμηνεύοντας τις εν πολέμω μορφές κοινωνικότητας και στρατηγικές δράσης και επιβίωσης των τότε στρατευμένων νέων. Η δε καλυπτόμενη περίοδος και οι προεκτάσεις της (1912-1923), προσφέρεται τόσο λόγω της πολιτικής και πολεμικής συγκυρίας (σε εθνικό, βαλκανικό και ευρύτερα διευρωπαϊκό επίπεδο εμπλοκής των κοινωνιών στα τεκταινόμενα), όσο και εξαιτίας της πρωτόγνωρης μαζικότητας ως προς τη συμβολή και συμμετοχή των νέων στα γεγονότα μιας τόσο κομβικής περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Ας σημειωθεί πως, όταν, τον Μάιο του 1919 οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες της Ιης Μεραρχίας (4ο,5ο Συντάγματα Πεζικού και 1/38ο Σύνταγμα Ευζώνων) αποβιβάζονταν στη Σμύρνη, το ελληνικό εθνοκεντρικό όραμα έμοιαζε να υλοποιείται για την πλειονότητα του συλλογικού σώματος, τόσο στα εσωτερικά όρια του ελληνικού κράτους, όσο και ευρύτερα στις ενθουσιώδεις κοινότητες της ομογένειας, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως του δυνητικά αλύτρωτου ελληνισμού. Νέοι τότε από την Παλαιά Ελλάδα, τις Νέες χώρες, τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και γόνοι της διασποράς υπηρέτησαν (αρκετοί εθελοντικά) με πρωτόγνωρη μαζικότητα τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, (εν μέσω οξύτατης πολιτικής αντιπαράθεσης). Εκείνη την εποχή, η υποχρεωτική στράτευση των νέων ανδρών γενικευόταν στην Ευρώπη, συνδέοντας άρρηκτα τους εκάστοτε εθνικούς προσδιορισμούς και εθνικισμούς με την κοινωνικοποίηση, τα σχήματα της εθνικής αφήγησης και τα έμφυλα στερεότυπα των νέων ανδρών αλλά και γενικότερα των παίδων και εφήβων, μέσω των μηχανισμών του σχολείου, του προσκοπισμού, του νεανικού αναγνώσματος καθώς επίσης του παιχνιδιού. Ο συνυπολογισμός όλων αυτών των παραμέτρων και η μελέτη του αντίστοιχου πραγματολογικού υλικού, δημιουργεί, ας ελπίσουμε για τον ερευνητή των σχετικών πηγών, τις προϋποθέσεις για μια πιο σφαιρική αποτίμηση της έννοιας του νέου της εποχής, χωρίς πάντως να παραγνωρίζονται οι προνεωτερικοί εθνοτισμοί, ως προς τις εκάστοτε εκδοχές της εθνικής, κοινωνικής ή τοπικής ταυτότητας όσο και των αντίστοιχων κατασκευών και παραδοχών της ετερότητας, της διαχείρισης της διαφοράς, και εν τέλει των πρακτικών βίας.

Θεωρώντας ως υπόθεση εργασίας πως τόσο η ελληνική εθνική ιδέα, όσο και οι όμορές της στα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη, είχαν από ήδη τα τέλη του 19ουαιώνα παιδεύσει επαρκώς την κοινή γνώμη και ειδικά τη νεολαία σε μια πηγαία θα λέγαμε «κουλτούρα πολέμου», στο πρώτο σκέλος της μελέτης προσεγγίζεται η πολιτισμική ευρύτητα και εγκυρότητα του παραπάνω όρου ως προς την ελληνική του εκδοχή. Ως “κουλτούρα πολέμου” αποδίδεται ο κατά την γερμανική ή γαλλική ιστοριογραφία (από τη δεκαετία του 1990 και εν συνεχεία) "die Kultur des Krieges"/"Culture de Guerre", ενώ για την εν χρήσει ορολογία, ο έλληνας μελετητής μπορεί να ανατρέξει στο έργο του John Keegan (The face of the Battle, 1976), ή ενδεικτικά στο συλλογικό έργο : Becker Jean-Jacques, Jay M. Winter, Gerd Krumeich, Annette Becker, Stéphane Audoin-Rouzeau (dir.), Guerre et Cultures 1914-1918, Παρίσι, Armand Colin, 1994 και αργότερα με ωριμότερη θα λέγαμε, πιο εμπεριστατωμένη και κριτική διάσταση του όρου (βλ. Audoin-Rouzeau S., Becker A., 14-18 retrouver la guerre, Παρίσι, Gallimard, 2000, και πιο πρόσφατα στο Audoin-Rouzeau S., Combattre – Une anthropologie historique de la guerre moderne (XIXe – XXIe siècle), Παρίσι, Seuil, 2008).

Οι παραπάνω θεωρητικές αποδοχές οι οποίες συνδέονται με το Ίδρυμα Ερευνών, Historial de la Grande Guerre στη γαλλική πόλη Péronne (1992), αμφισβητήθηκαν (και) με τρόπο επίσημο από επίσης ερευνητικό κέντρο Collectif de Recherche International et de Débat sur la Grande Guerre (CRID, 2006) υπό τον Frédéric Rousseau, (διδάσκει ιστορία στο γαλλικό πανεπιστήμιο, Université Montpellier-III-Paul Valéry – 2010). Η ερευνητική προσέγγιση του CRID επιδιώκει την αναθεώρηση, αν όχι την αποδόμηση της “πολιτισμικής ιστορίας των πολέμων”, καθώς αντικρούει την ακρογωνιαία θεωρητική παραδοχή του Historial, πως δηλαδή τα πολιτισμικά πρότυπα καθοδηγούν τις καθημερινές πρακτικές, ενώ παράλληλα στην “κουλτούρα του πολέμου”, αντιπαραθέτει μια “κουλτούρα της ειρήνης”, υποστηρίζοντας πως η συγκατάθεση των στρατευμένων στον Μεγάλο Πόλεμο (1914-1918), ήταν ένα ιστοριογραφικό κατασκεύασμα, το οποίο αναπαραγάγει την ήδη τότε προπαγάνδα των κυρίαρχων τάξεων. Προτείνει δε μια ανάγνωση των γεγονότων με βάση τις καθημερινές πρακτικές επιβίωσης και τις βιοϊστορίες των νέων στρατευμένων. Η παραπάνω επιστημονική διαμάχη με διαφαινόμενη ιδεολογική χροιά, αν και ενδογαλλική κυρίως, μας ενδιαφέρει, διότι επιτρέπει κάποιες συγκρίσεις με τα ελληνικά δεδομένα, ιστοριογραφικά, όσο και πραγματολογικά.

Εδώ πρέπει επίσης να διευκρινιστεί πως ο προτεινόμενος αυτός όρος, ως μια εκ των θεωρητικών προϋποθέσεων της έρευνας, αν και νέος, για την ελληνική ιστοριογραφία δεν φαίνεται αδόκιμος αν συνυποβληθούν οι αποδοχές της κοινωνικής ανθρωπολογίας κατά τις οποίες, οι πολιτισμικές παράμετροι που διάγουν το ελληνικό και ευρύτερα ευρωπαϊκό ιστορικό γίγνεσθαι, δεν αποτελούν επιφαινόμενο, αλλά συνθέτουν την υποδομή, χωρίς ταυτόχρονα να παύουν να είναι προϊόντα δράσης της κάθε συλλογικότητας, στην περίπτωσή μας εκείνης των στρατευμένων νέων. Υπό αυτό το πρίσμα προφανώς, ο διαχωρισμός ανάμεσα στον “πολιτισμό” της ειρήνης και του πολέμου, αποδεικνύεται τουλάχιστον ασταθής, αν όχι εν δυνάμει ανυπόστατος, και ελπίζουμε πως με την παρούσα μελέτη θα απαντήσουμε έστω και εν μέρει, στο παραπάνω ερώτημα.

Στο δεύτερο σκέλος της μελέτης διερευνάται η καθημερινότητα των νέων στρατευμένων με όσο το δυνατόν πληρέστερη καταγραφή του φάσματος των συνεχειών/ασυνεχειών που διέπουν την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση «μαζικής και γρήγορης» ενηλικίωσης των νέων στρατευμένων σε συνθήκες πολέμου. Θα ορισθεί αρχικά το δείγμα των καταταχθέντων (με μια σύντομη μνεία και εκείνου των αντιπάλων), καθώς και η κοινωνική διαστρωμάτωσή του σε συνδυασμό με στοιχεία σχολικής εκπαίδευσης, στοιχείο σημαντικό (και) ως προς την κριτική αποτίμηση του πραγματολογικού υλικού και γενικότερα των πηγών αυτής της έρευνας όπως θα δούμε παρακάτω. Θα ανιχνευτεί επίσης η διαφορά ανάμεσα σε στρατευμένους της «Παλαιάς Ελλάδας» και εκείνων των «Νέων Χωρών» συμπεριλαμβανομένων των Μικρασιατών, αναδεικνύοντας κάποιες ιδιαιτερότητες, χρήσιμες ως προς την αποτίμηση ορισμένων ρήξεων που συνήθως αποδίδονται στις (αδιαμφισβήτητες) πολιτικές αντιπαλότητες. Τοιουτοτρόπως θα ανιχνευτούν οι σχέσεις (εγγύτητας/απόστασης) ανάμεσα στους στρατευμένους της Παλαιάς ως επί το πλείστον Ελλάδας και των κατοίκων της Μικράς Ασίας, Ελλήνων κυρίως αλλά και Τούρκων.

Επίσης, εξετάζεται η κοινωνικότητα του μετώπου, ει δυνατόν σε όλη του την έκταση, πρωταρχικοί πυρήνες αλληλεγγύης μαχητών στο πρότυπο της νεανικής φιλίας, εκδηλώσεις πολιτισμού, αθλητικές δραστηριότητες και εν γένει μεταφορές νεανικής συλλογικής έκφρασης, πρακτικών και συμβολισμών από τα μετόπισθεν στο μέτωπο (ποδόσφαιρο, μουσική, χορός, αναγνώσματα και συγγραφή, ποίηση, διατροφή, χρήση του ελευθέρου χρόνου, στις παρυφές του μετώπου). Υποθέτουμε πως ο έλληνας στρατιώτης, «συναντά» τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (Μακεδονικό μέτωπο 1917-1918), από όπου και «μεταλαμβάνει» κάποια κοινά (δυτικά) "διαπολεμικά" πολιτισμικά στοιχεία, από κώδικες συμπεριφοράς και κοινωνικότητας σε συνθήκες στρατωνισμού έως τη μαζική ενασχόληση με ανδροπρεπή αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο. Διερευνάται επίσης κατά πόσο το Μακεδονικό μέτωπο έγινε επίσης πεδίο συγκρίσεων μεταξύ Ελλήνων και συμμάχων μαχητών, τόσο επί του τρόπου μάχης, όσο και σχετικών με την ένδυση, την επιμελητεία, ή τις συνθήκες διαβίωσης και γενικότερα της νεανικής συμπεριφοράς.

Στο τρίτο μέρος της έρευνας αναλύονται τα τεκμήρια των εφημερίδων του μετώπου και η σημασία τους. Επίσης, εξετάζεται η σχέση των στρατευμένων με τα μετόπισθεν (Μικρά Ασία/Θράκη – Παλαιά Ελλάδα κυρίως) με έμφαση στις σχέσεις και τις έμφυλες συμπεριφορές/ανταλλαγές απέναντι στις νέες γυναίκες. Εδώ βρίσκεται θα λέγαμε ένα κομβικό σημείο του θεωρητικού εγχειρήματος όσο και της παρούσας μελέτης γενικότερα, καθώς το αντίστοιχο πραγματολογικό υλικό συνθέτουν επιστολές του μετώπου οι οποίες ανταλλάσσονται μαζικά ανάμεσα στους στρατιώτες και σε νέες γυναίκες στην κυρίως Ελλάδα. Έτσι, μας απασχολεί αρχικά, η πληρέστερη καταχώρηση των πολεμικών ετών 1917-1923 με όρους συνέχειας (και χρονολογικά), καθώς ορισμένες καινοτομίες του Δυτικού μετώπου προσαρμόζονται γρήγορα στις βαλκανικές συνθήκες, αποκτώντας έτσι επιτυχημένη ελληνική εκδοχή η οποία διέπει και την Μικρασιατική Εκστρατεία. Ακριβώς, μια τέτοια περίπτωση ήταν τα «Σπίτια του στρατιώτου», ψυχαγωγική πρακτική γυναικείων (θρησκευτικών) οργανώσεων, η οποία από το γαλλικό μέτωπο, επεκτάθηκε και αλλού.

Οι πολύσημες αυτές πρακτικές ανταλλαγής, εκτός του ότι είναι ενδεικτικές των σχέσεων φύλου και εθνικισμού, της σύνδεσης της φυσικότητας του εθνικού δεσμού με τη γυναικεία φύση, προβάλλουν επίσης τη διαδικασία ενσωμάτωσης/εθνοποίησης ορισμένων εγγενών στοιχείων λειτουργιών και συμβολισμών, ειδικότερα δε, όσων άπτονται του αξιακού κώδικα των συστημάτων συγγένειας και της διαδεδομένης πατροπλευρικά εκτεταμένης οικιακής μονάδας, καθώς η συλλογική ταυτότητα αρθρώνεται με τη γλώσσα του αίματος. Το ερώτημα είναι, κατά πόσο η «επινοημένη» αυτή αδελφική σχέση με τους στρατευμένους νέους, καταφανής ανθρωπολογική περίπτωση «στρατιωτικής τελετουργικής συγγένειας», ανήκει στις συμβολικές εκείνες κατασκευές οι οποίες απαλύνουν τελικά τις αντιξοότητες του στρατιωτικού βίου, συνθέτοντας προφανώς ένα πιο «γνώριμο» και πάντως «παραδοσιακά» αναγνώσιμο μοντέλο προσέγγισης της σκληρής περιρρέουσας πολεμικής πραγματικότητας, ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως γέφυρα επικοινωνίας και ανταλλαγής μεταξύ των αποκομμένων νέων και των μετόπισθεν.

Αντίστοιχες συλλογές εφημερίδων του μετώπου, επιστολών και άλλων σχετικών πηγών, έχουν επίσης εντοπισθεί στο ΕΛΙΑ, στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, στην Εστία Νέας Σμύρνης και στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Θα αξιοποιηθούν επίσης συλλογές του τύπου της εποχής καθώς και αρκετά ημερολόγια του μετώπου, κάποια εξ αυτών έχουν βρεθεί σε τοπικά αρχεία (περιοχές Θεσσαλίας και Πελοποννήσου), άλλα πάλι έχουν εκδοθεί τα τελευταία κυρίως χρόνια. Αξιολογούνται ταυτόχρονα ορισμένες μεταγενέστερες μαρτυρίες, πλην όμως με ιδιαίτερη προσοχή καθώς το εν λόγω πραγματολογικό υλικό εμπεριέχει την πολυπλοκότητα και τις διαθλάσεις της μνημονικής κατασκευής και (χρήσιμης πάραυτα) βιοϊστορίας. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και ένας μικρός αριθμός συνεντεύξεών μου με πρώην μαχητές (1917-1923), νεότατους τότε, τους οποίους συνάντησα κατά τη δεκαετία του 1990.

Η τέταρτη σύντομη ενότητα τέλος, παραπέμπει στις πρακτικές βίας στη μάχη σε συνδυασμό με τα φερόμενα ως ανδροπρεπή στερεότυπα της εποχής με βάθος χρόνου τον 19ο αιώνα. Θέτοντας τη βάση για μελλοντικές και εν εξελίξει ερευνητικές προεκτάσεις, θα γίνει σχετική μνεία, κάποιων χαρακτηριστικών παραδειγμάτων όπως τα επίλεκτα ελληνικά σώματα, τα Ευζωνικά δηλαδή Συντάγματα, τα οποία λειτούργησαν και ως “ιδεατοί τύποι συμπεριφοράς και προτύπων” για τη συντριπτική μερίδα της τότε νεολαίας. Είναι φανερό επίσης πως συνεκτιμώνται ορισμένοι αξιακοί κώδικές αποδοχής/αποστροφής, ως προς την πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου της πολεμικής βίας και των επιπτώσεών του, στην μαζική υποθέτουμε (από)κοινωνικοποίηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού νέων ταυτόχρονα. Θυμίζουμε δε, πως η γειτνίαση με το θάνατο σε συνθήκες που η αντίστοιχη διεθνής ιστοριογραφία περιέγραψε με τον όρο [brutalization Ο όρος ανήκει στον αμερικανό ιστορικό George L. Mosse, Fallen Soldiers. Reshaping the Memory of the World Wars, Oxford University Press, New York Oxford, 1994], φέρεται να επιταχύνει ψυχικά και σωματικά την έξοδο από την νεανική ηλικία υποβάλλοντας τη νεολαία της (εκάστοτε) εποχής σε ένα είδος πρόωρου και τραυματικού γήρατος ή έστω γρήγορης ενηλικίωσης.