loading...
 
 
 
 
 
 

Η άλλη Γαλλία

Ανθρωπογεωγραφίες και διηγήσεις

Κείμενο : Παναγιώτη Γρηγορίου*



«Tendance», τάση, ροπή και κλίση. Μονολεκτικός προσδιορισμός που επι των ημερών μας προ(σ)φέρεται πολύ στο Παρίσι από τους πολυϊστορες επαϊοντες αισθητιστές στα bistrot της γκλαμουριάς. «Νέοκοπος» λανθάνων επιδεικτισμός (προς λοιπούς «αδαείς»), του τόνου και του πνεύματος κάθε τελευταίου εξεζητημένου συρμού, αυτό που κοντολογής λεγόταν ως τώρα «της μόδας» ή «in» γιατί «φοριέται» ή τέλος πάντων συνηθίζεται και που βεβαίως κοστίζει τα απαραίτητα (δυσ)ανάλογα. Πολύ «Tendance» για παράδειγμα φέτος στο χειμέριο Παρίσι, τα σκουφιά από το Αφγανιστάν. Τα αυθεντικά εννοείται. Τα εισάγει ένας (πρώην) ταλαίπωρος αφγανός για το μαγαζί του, μέσω Πακιστάν. Εδώδιμα αποικιακά και κεντητά σκουφιά, περιζήτητη πραμάτεια στο 18ο (λαϊκό) διαμέρισμα της γαλλικής μητρόπολης. Περάστε κόσμε και πέσε παραδάκι. Η πραμάτεια θέλει μάτια, μα η μόδα χτίζει (στην αμμο ;) παλάτια. Όσα πουλούσε σε δυό μήνες, τόσα δίνει τώρα καθημερινά. Προσπαθεί λοιπόν να φέρει όλο και περισσότερα, να γεμίσει τα ράφια, γιατί αντιλαμβάνεται πως οι ενδυματολογικές (και μη) τάσεις μιας ορισμένης κάστας παριζιάνων ένα χειμώνα κρατούν, το πολύ κι ένα καλοκαίρι. Εγώ πάντως τέτοιο σκουφί δεν αγόρασα. Ο πανούργος ανατολίτης μου σφύριξε ψιθυριστά πως διπλασίασε την τιμή από τότε που το είδος έγινε «tendance» δια των φωτογραφιών στον τύπο, κυρίως δε, χάριν της (ήδη φθίνουσας) αφγανικής τηλεοπτικής επικαιρότητας. Στρογγυλοποιημένα λοιπόν σκουφιά, κοντά 30€ το κομμάτι.

Άλλη (μεγάλη) κλίση του φετινού παρισινού μεταμοντερνισμού, οι χειμερινές διακοπές στη Γαλλία και η αποφυγή των εξωτικών προορισμών, οι οποίοι ως γνωστόν προϋποθέτουν αεροπορικό ταξίδι. Στα εν οίκω λοιπόν και σίγουροι. ‘Εφυγαν λοιπόν σωρηδόν οι (πολλοί) «εκλεκτοί» και πήραν τα βουνά. Στα κοσμικά χιονοδρομικά κέντρα όπου δε βρίσκει πια κανείς θέση να παρακάρει ούτε ένα Τσερόκι παραπάνω, το πλήθος των πεπλανημένων χάρηκε (και χαίρεται ακόμα) δεόντως τον παρατεταμένο χειμώνα, το χιόνι το λευκό, το άσπιλο, το παχύ. Ορισμένοι δε επιχειρηματίες της χιονοδρομικής πίστας, απευθυνόμενοι από την τηλεόραση στο αδηφάγο κοινό, πάσχισαν να ημερέψουν την επέλαση των πελατών, «σας παρακαλούμε μην έρχεστε εάν πρώτα δεν τηλεφωνήσετε, διαφορετικά θα ταλαιπωρηθήτε πολύ», άλλοι πάλι, έστησαν προβολείς ανοίγοντας τις πίστες και τη νύχτα.

Μεσα στην κλιματολογική και νομισματική αναμπουμπούλα της φετινής ευρωζώνης, φύγαμε κι εμείς λίγο παρέκει μπας και δούμε… άσπρη μέρα, αλλά γι’ αλλού. Σε κάποια άλλη Γαλλία, ξεχασμένη, φθίνουσα, «στατιστικώς» γερασμένη, μα περήφανη, επί του γεωγραφικού της κέντρου, πλην όμως στο εμφανές αναπτυξιακό της περιθώριο. Εκεί όπου περιθεωρήσαμε με το ψυχικό αζημίωτο την αμεσότητα των ανθρώπων και την απαλότητα των τοπίων της. Εκεί όπου ο αγροτουρισμός έχει κάνει ουσιαστικά βήματα εδώ και δύο δεκαετίες, χωρίς πάντως να βγάλει τον τόπο από την τροχιά της ερήμωσης. Τελικός μας προορισμός, κοντά πεντακόσια χιλιόμετρα προς νότο από το Παρίσι, η καταπράσινη περιοχή (και ομώνυμος νομός) της Κορέζ (Correze), ιδιαίτερη εκλογική περιφέρεια του Γάλλου Προέδρου, Ζακ Σιράκ. Περιηγήσεις χαμηλών τόνων στα οροπέδια με τις αμέτρητες αγελάδες, διαδρομές χρονοβόρες κατά τα προβλεπόμενα, όπως τελικά αρμόζει σε αυτοκινούμενους (και κυρίως πεζούς) νεοταξιδευτές που δε φείδονται χρόνου. Κεφαλοχώρια με λαϊκές αγορές και (κάπως ακριβά) ντόπια προϊόντα (ανάρπαστο το καπνιστό λουκάνικο προς 25€ το κιλό), με τους ανθρώπους πάντως ειλικρινά φιλόξενους σε ενοικιαζόμενα αγροκτήματα, σε ταβέρνες και καταστήματα. Όπως είχαμε σημειώσει εν συντομία σε παλαιότερο άρθρο, «το να πάει κάποιος από το Παρίσι στην κεντρική Γαλλία ήταν κάποτε μεγάλη υπόθεση (για πολλούς και απόφαση), τότε που το ταξίδι αυτό διαρκούσε έξι με επτά κουραστικές ώρες επί του παλαιού εθνικού δικτύου. Ανηφόρες, κατηφόρες, επικίνδυνες καμπύλες και κλίσεις, νταλίκες και προσπεράσματα ελληνοπρεπέστατα. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες η κυκλοφορία ήταν συνεχής και δεν έλειπαν τα μποτιλιαρίσματα, συχνά εξαιτίας κάποιου δυστυχήματος που έκλεινε για ώρες τις μοναδικές δύο στενές λωρίδες» (ΝΕΜΕCIS Καλοκαίρι 2000). Τώρα πλέον οι υποδομές βελτιώθηκαν, καθώς, εκτός από τον νεότευκτο αυτοκινητόδρομο ο οποίος μάλιστα κατ’ εξαίρεση δεν υποχρεώνει τους αυτοκινητιστές στην τελετουργία των διοδίων, το υπόλοιπο δευτερεύον οδικό δίκτυο στο συνολό του σχεδόν, ασφαλτοστρώθηκε κι εκείνο εκ νέου, με τις απαραίτητες διαπλατύνσεις. Παρίσι - Λιμόζ (και λίγο παρακάτω) σε τέσσερις ώρες λοιπόν και χωρίς υπερβολές επί του ορίου ταχύτητας (130 στους γαλλικούς αυτοκινητοδρόμους, ενώ από τα 170 και πάνω αφαιρείται επί τόπου το δίπλωμα οδήγησης συν το χαράτσι έως και 2000€).

Ο (έστω μειωμένος) πανδαμάτωρ της διαδρομής χρόνος (που μόνο χρήμα δεν είναι), δύσκολα πάντως πείθει από μόνος του, τους αναποφάσιστους ταξιδευτές. Όχι, η κεντρική Γαλλία δεν είναι φέτος χειμερινή «tendance», ούτε πέρυσι ήταν, ούτε προφανώς του χρόνου θα είναι. Βρήκαμε λοιπόν σχετικά ομαλή κίνηση στους αυτοκινητοδρόμους αν και κατά τα τελευταία τριανταπέντε χιλιόμετρα ακολουθήσαμε με απαλές οδηγικές κινήσεις τους εκχιονιστήρες οι οποίοι μόλις άρχισε να ρίχνει τη χαρά των νηπίων και τη συμφορά των αυτοκινητιστών, βγήκαν αμέσως παγανιά (στην πίεση και την παγωνιά).

Εκεί, μας περίμεναν πάλι οι οικοδεσπότες μας για ολιγοήμερες διακοπές όπως και άλλοτε, όταν νοικιάζαμε το μικρό εκείνο σπίτι (τους) στο λιβάδι. Απόμαχο ζευγάρι ηλικιωμένων της γαλλικής υπαίθρου. Συνταξιούχοι αγροκτηνοτρόφοι με λιγότερα από 850 € το μήνα (οι δυό τους), να διατηρούν με νύχια και με δόντια ελάχιστα πια ζώα, τόσα όσα τους επιτρέπουν οι υποσημειώσεις και τα δυσδιάκριτα «ψιλά γράμματα» της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Πέντε αγελάδες, ένα γουρούνι, κουνέλια, πουλερικά και βεβαίως το σκυλί για το κυνήγι. Έτσι συμπληρώνουν καθώς μας εξήγησαν τις πενιχρές τους συντάξεις, ενοικιάζοντας επίσης στους επισκέπτες το ένα από τα δύο σπίτια του αγροκτήματος σε τιμές λογικές, ακόμα και με τα δεδομένα της πλέον ελληνοπρεπέστατης μέσης μισθοδοσίας : 100 € την εβδομάδα κατά τη χειμερινή περίοδο και τα διπλάσια το καλοκαίρι. Παρέχουν ενδιαίτημα (όχι δωμάτιο - κελί) με όλα τα χρειαζούμενα για την παραμονή, συν τα (δωρεάν) λαχανικά και φρούτα του δικού τους κήπου. Μα πάνω απ΄όλα, προσφέρουν τη χαρά της υποδοχής και της πραγματικής φιλοξενίας (παρά το σχετικά περασμένο της ηλικίας τους). Τρόπος συνάμα σίγουρος κι ευθύς, για να μάθουν από πρώτο χέρι κάτι τι από τα τεκταινόμενα στις πόλεις, καθώς οι επισκέπτες είναι συνήθως κάτοικοι των αστικών κέντρων. Απ’ αυτούς πληροφορούνται τις (δικές μας) υπερβολές και «Tendances» και κάθε φορά (μας) κρίνουν, συγκρίνουν κι επικρίνουν. Όχι, ο κύριος και η κυρία Φρανσιγιού δεν είναι ούτε «οπισθοδρομικοί», ούτε καν γραφικοί. Την παγκοσμιοποίηση (στην ευρωπαϊκή της διάσταση έστω) τη γνώρισαν ήδη καλά γιατί την έζησαν και την αξιολόγησαν εδώ και καιρό. Πάνε δέκα χρόνια περίπου που ιταλοί ζωέμποροι φορτώνουν (ή μάλλον φόρτωναν) σε ειδικά διαμορφωμένες νταλίκες ζώντα ζώα από εκείνα τα διαλεχτά τα δικά τους, τα καταλληλότερα (και νοστιμότερα) για παραγωγή κρέατος της Γαλλίας (αγελάδες ράτσας «Λιμουζίν»). Έρχονταν λοιπόν οι Ιταλοί κι αγόραζαν όσα ζώα η ντόπια (γαλλική) αγορά δεν απορροφούσε. Τα πήγαιναν έπειτα για βοοειδών «κερδοφόρα» πάχυνση και τελικά σφαγή, κάπου μεταξύ Τοσκάνης και Σικελίας. «Μας τα παίρναν από ’δω που τά ΄χαμε ελεύθερα έξω, χειμώνα καλοκαίρι στα λιβάδια για να τα κλείσουν σε στάβλους ταϊζοντάς τα ποιός ξέρει τι. Μ΄αυτά και με άλλα φτάσαμε εκεί που φτάσαμε », μας είπε δυσαρεστημένος ο Ζαν-Υβ, ο (ήδη) μεσόκοπος αγροκτηνοτρόφος με τις 350 αγελάδες, που νοίκιασε τελικά τα λιβάδια του ζεύγους Φρανσιγιού, όταν εκείνοι συνταξιοδοτήθηκαν. Η αλήθεια είναι πως όταν τους είχαμε πρωτογνωρίσει στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, πίστευαν ακόμη πως ο μοναχογιός τους θα συνέχιζε την αγροτική παράδοση των προγόνων, αλλά εις μάτην. Εκείνος προτίμησε τη σίγουρη (;) δουλειά στη γαλλική εταιρεία σιδηροδρόμων διαψεύδοντας τις ελπίδες των γονέων του. Έτσι, μεγάλο μέρος του κλήρου τους, ενοικιάστηκε για να μην υποστεί διαφορετικά την υποχρεωτική αγρανάπαυση της εγκατάλειψης και της ΚΑΠ. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, πως από το 1970 ο αγροτικός πληθυσμός της Γαλλίας έχει μειωθεί δραματικά, χωρίς τούτο να σημαίνει πως οι παραγωγές δεν πάνε καλά, κάθε άλλο, πλην όμως οι σημερινοί «επιχειρηματίες της γης» είναι πια «μεγαλύτεροι» και ανταγωνιστικότεροι. Ο Ζαν-Υβ για παράδειγμα, εκμεταλλεύεται πάνω από 1000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης (για δική του ζωοτροφή) καθώς και (ιδιόκτητα και μη) λιβάδια σε έκταση 4000 στρέμματων. Μόνον έτσι καθώς μου εξήγησε, ελπίζει να τα βγάλει πέρα, ξεχρεώνοντας πρώτα την Αγροτική Τράπεζα (Credit Agricole) κι έπειτα βλέπουμε. Στο μεταξύ, η αναστάτωση των «τρελών αγελάδων» άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Η ντόπια κατανάλωση μειώθηκε, οι ιταλοί ζωέμποροι δεν ξαναφάνηκαν από το φθινόπωρο του 2000 ενώ οι κοινοτικές οδηγίες έγιναν αυστηρότερες και μωρόσοφες όσο ποτέ άλλοτε. Γιατί, αναρωτήθηκαν οι συνομιλητές μας «όταν μια αγελάδα σπάσει τα πόδια ή τη λεκάνη της μετά από πτώση δεν έχουμε πια το δικαίωμα να την πουλήσουμε για κρέας (πριν την ώρα της) παρά την παίρνουν και στην πυρά, λες κι ήταν άρρωστη ;»

Περιμένοντας πάντως καλύτερες μέρες στα ολιγοπληθή χωριουδάκια της περιοχής (εκεί όπου όλα σχεδόν τα δημοτικά σχολεία έχουν μετατραπεί σε κατοικίες καθώς έβαλαν λουκέτο εδώ και τριάντα χρόνια), η ζωή οργανώνεται με τα όσα λίγα και καλά. Επί των ευρωημερών της αφθονίας μας (στο μοναδικό πολυπερίπτερο της περιοχής πουγγιά κερμάτων δεν έφτασαν), οι μετρημένες κοινωνίες της γαλλικής αγροτικής εντοπιότητας αντιδρούν επαναφέροντας στα καθημερινά τους την εις είδος ανταλλαγή. Σφάζει, φέρ’ ειπείν, ο κύριος Φρανσιγιού μια αγελάδα και δίνει το κρέας της στο γείτονα ο οποίος ανταποδίδει με τρία αρνιά. Έτσι γεμίζουν κάθε χρόνο με κρέας οι μεγάλοι επαγγελματικοί καταψύκτες των υπογείων, γλιτώνοντας παντελώς πια τα νοικοκυριά από το σχετικό έξοδο. Το αλισβερίσι αυτό επαναλαμβάνεται με τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα και τις ζωοτροφές δικής τους παραγωγής. Σκοτώνουν επίσης πολλά (και όντως νοστιμότατα) αγριογούρουνα τα οποία μοιράζονται σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους κανόνες του κυνηγετικού συντροφισμού. Είναι δε οι ίδιοι μαραγκοί, υδραυλικοί, επισκευαστές μηχανημάτων και αυτοκινήτων καθώς άλλη («οικονομική») λύση δεν υπάρχει. Παρασκευάζουν ακόμα στη ζούλα κρασί και άλλα εγχώρια οινοπνευματώδη, όπως άλλοτε οι παππούδες τους πριν το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και γενικά ξοδεύουν στην «ελέυθερη» αγορά, λίγα, όσο γίνεται ελάχιστα. Τίποτα για ‘κείνους δεν πάει χαμένο, τα αποφάγια για το γουρούνι και τα πουλερικά, τα εκατοντάδες πεσμένα δέντρα από την πρωτόγνωρη καταιγίδα του Δεκεμβρίου 1999 που σάρωσε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, έγιναν καυσόξυλα να θερμαίνουν τα τζάκια και τις παλιές κουζίνες που ψήνουν όπως πριν με ξύλα, αρνούμενες την πρόοδο (και το κόστος) του υπό ιδιωτικοποίηση γαλλικού παροχέα ηλεκτρικής ενέργειας.

Τούτη η εγκρατής Γαλλία ξενίζει πολύ όσους την επισκέπτονται χωρίς να την αφουγκραστούν. Πώς γίνεται να ζουν τόσο «περίεργα», πέραν του υπερκαταναλωτισμού οι άνθρωποι αυτοί που τελικά μας σνομπάρουν εμμέσως πλην όμως σαφώς, με την ολιγάρκεια της βιοτής τους, δια της οποίας αγνοούν πλείστα όσα «δυσαναπλήρωτα» και χρυσοπληρωμένα της δικής μας « μπλαζέ » καθημερινότητας, από ονομαστικούς μισθούς, μετοχές, ομόλογα (κι άλλα ανομολόγητα) έως τα διακοποδάνεια, τη νέα αυτή «κατάκτηση» ενός «εκ-κεφαλοποιημένου ανθρώπου, χωρίς ιδιότητες», όπως σημείωνε εύστοχα ο Γιώργος Βέλτσος (Τα Νέα, 18/01/2002).

Η κεντρική Γαλλία θα θύμιζε λοιπόν σε πολλούς (και σε νεο-έλληνες) την ανυπόκριτη φιλοξενία και την ανθρώπινη συναναστροφή με τον όποιον «άλλο», ενώπιος ενωπίω με την ετερότητα του ταξιδευτή, εγγίζοντας ίσως τα όρια του εθνογραφικού (και όχι μόνον του δια ψηφιακής βιντεοκάμερας «γραφικού») ταξιδιού. Εκεί όπου, ούτε Αγγλοι, ούτε Ολλανδοί (τακτικοί) επισκέπτες έπεσαν ποτέ θύματα αισχροκέρδειας σε ενοικιαζόμενα και παντοπωλεία, μηδέ, (και παρά τη ζήτηση λόγω ημερών και περιστάσεων), ξέφυγαν της αρχικής τους τιμής (33,5€) οι αντιολισθητικές αλυσίδες στο μοναδικό πρατήριο υγρών καυσίμων, έως το ξεπούλημα όλων των κομματιών.

Όλα τούτα δεν συνθέτουν ασφαλώς έναν κόσμο υποθετικά «αγγελικό», κάθε άλλο. Κι εκεί όπως κι αλλού οι άνθρωποι πλάθονται και ζουν με τα προβλήματά τους, πλην όμως, τους διακρίνει η ευκρινέστερη επαφή, τόσο με το άμεσο φυσικό περιβάλλον, όσο και με το ενδελεχές «πατροτοπικό» παρελθόν, το οποίο ζει ακόμα μέσα τους. Θυμούνται λοιπόν τα περασμένα σε προσωπικό ή συλλογικό επίπεδο, συχνά δε, οι ιστορίες τους ακούγονται από μας ως δυσάρεστες, καθώς δεν εμπεριέχουν την πρωθύστερη «ομαλοποίηση» της «μεγάλης ιστορίας». Τα γεγονότα αυτά ανασκαλεύουν μεταξύ τους τα βράδια και αν χρειαστεί σε τοπικό ιδίωμα, έτσι ώστε οι κάθε λογής επίδοξοι παρείσακτοι της μνήμης τους, δύσκολα γίνονται μύστες. Άλλο φιλοξενία, κι άλλο μπάτε, σκύλοι, αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε. Απαιτήθηκαν λοιπόν αρκετά χρόνια σχέσης και εξοικείωσης με τους ανθρώπους της μικρής αυτής κοινότητας μέχρις ότου ξετυλίξουν λίγο από το κουβάρι του παρελθόντος τους, κι εκείνο με πολλή προσοχή, μην τυχόν σπάσει. Κάπου μεταξύ εξομολόγησης και ανθρωπολογικής επιτόπιας έρευνας μου διηγήθηκαν τα (έστω παροδικά) επιφαινόμενα της δικής τους κατοχικής περιόδου. Κι εκεί, αντιπαλότητες και χάσματα της τοπικής κοινωνίας έφεραν δραματικές εξάρσεις «πολιτικής» καθημερινής βίας. Αντιστασιακοί από τα γύρω πυκνά δάση, συνεργάτες και κατακτητές Γερμανοί από τη διπλανή Λιμόζ, ενέσπειραν εναλλάξ τον τρόμο σε πολλούς συντοπίτες, «απλούς κι αναποφάσιστους», έρμαια της εποχής, φύλλα τρεμάμενα. Νεκρούς πολλούς στο χωριό δεν είχαν καθώς κάποιοι γεροντότεροι (πρώην μαχητές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου) επενέβησαν και τα αίματα κρύωσαν. Ευτυχώς ο εμφύλιος αποσοβήθηκε στο παρά πέντε. Για χρόνια πάντως έπειτα, οι μεταπολεμικοί (νόμιμοι) κομμουνιστές κράτησαν ακμαίες τις δυνάμεις τους, συνθέτοντας (δια της αντιπαραθέσεως με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις) τα τοπικά «ιδεολογικά»  δρώμενα. Αρκετοί τους συμπαθούσαν στο χωριό, αλλά οι πιο πολλοί δεν εκδηλώνονταν εύκολα (όπως και επί κατοχής). Τήρησαν στάση αναμονής, όπως ο πατέρας του συνομιλητή μου, ο οποίος προς το τέλος της κουβέντας με οδήγησε στη σοφίτα του μικρού σπιτιού. Πάνω σ’ ένα ερμάρι, μέσα στη σκόνη, κείτονταν κάμποσες καλοδιπλωμένες εφημερίδες, όπως τις έφεραν τότε (το 1948) οι κομματικοί διακινητές. «Έτσι τις έφερναν στο μακαρίτη τον πατέρα μου τότε και τις δεχόταν, γιατί φοβόταν τους κομμουνιστές αλλά και γιατί σεβόταν κι εκτιμούσε την αντίστασή τους κατά των Γερμανών», πρόσθεσε με σιγανή φωνή ο κύριος Φρανσιγιού. «Κανείς δεν τις πείραξε από τότε». Πήρε και μου χάρισε δύο απ’αυτές γιατί «μ΄ενδιαφέρει ο κόσμος των παλιών». Τις κράτησα και τις ξεδίπλωσα προσεκτικά, πριν διαβάσω : «L’Humanité» Κεντρικό όργανο του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, 19 Σεπτεμβρίου 1948. Πρωτοσέλιδο: «Η μόνη δημοκρατική και γαλλική λύση του οικονομικού προβλήματος της κυβέρνησης. Ιδού πως βρίσκονται τα 400 δισεκατομμύρια. Πρόταση νόμου του κόμματός μας από το σύντροφο Ζακ Ντυκλό» [ηγετική μορφή του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος 1896-1975]. (…) «Προτείνουμε επίσης πως για κάθε αλλαγή της ισοτιμίας του γαλλικού φράγκου σε σχέση με άλλα νομίσματα, η εκάστοτε κυβέρνηση θα πρέπει να παίρνει την έγκριση του κοινοβουλίου και τούτο, μόνον έπειτα από σχετική ψηφοφορία». Το δεύτερο φύλλο ήταν από την εφημερίδα «La Terre» [Η Γη] Εβδομαδιαία αγροτική επιθεώρηση του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, 19-25 Αυγούστου 1948. Πρωτοσέλιδο: «Η τιμή των λιπασμάτων στα ύψη, 23 με 40% ». Αυτά τότε, εκεί.

Στοιχεία ή μάλλον στοιχειά του παρελθόντος. Στάθηκα πάντως ευτυχής που τα «ξεσήκωσα», ανοίγοντας τις μισοφαγωμένες αυτές σελίδες μισόν αιώνα μετά, αυθεντικά πάντως αποκόμματα της καθημερινής αλλά και εθνικής των Γάλλων ιστορίας, λίγα μέτρα πιο ψηλά απ΄όπου τόσοι και τόσοι τουρίστες πέρασαν, στάθηκαν για λίγο και προσπέρασαν. Εκείνοι πρόλαβαν και είδαν έστω τα τόσα φυσικά και ιστορικά καλοφτασιδωμένα μνημεία της ευρύτερης περιοχής που οι τοπικοί άρχοντες δικαίως περιποιήθηκαν και ανακαίνισαν. Τη μεσαιωνική τοπική πρωτεύουσα και νυν υπονομαρχία της Uzerche (Ουζέρς), το εθνογραφικό Μουσείο του Προέδρου Ζακ Σιράκ, τον μεσαιωνικό Πύργο του Chalus-Chabrol (Σαλύ Σαμπρόλ), όπου χτυπήθηκε θανάσιμα από βέλος ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος στις 6 Απριλίου του 1199. Πέθανε δώδεκα μέρες αργότερα και σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία του, τα σωθικά του παραχώθηκαν εκεί επί τόπου (ενώ το υπόλοιπο σώμα και η καρδιά του θάφτηκαν χωριστά αλλού). Αυτά και τ’άλλα, τα ατελείωτα φίλε αναγνώστη, ίσως μπορέσεις να δεις κι εσύ, αν ποτέ βρεθείς στην απόκεντρη αυτή Γαλλία, πέρα από την πεπατημένη των tours operators, του Moulin-Rouge και της Dinseyland Paris. Όσο για τα υπόλοιπα, τα αδιόρατα κρυφά χαρτιά των ταπεινών της σοφών ανθρώπων, εκείνα θα έρθουν αργότερα ως απόσταγμα, αν και όταν εκείνοι το αποφασίσουν.

Όταν πληρώσαμε, φεύγοντας το αντίτιμο της διαμονής σε ευρώ πια, (είχε ήδη κοπιάσει το ευρωσωτήριον 2002), οι δύο ηλικιωμένοι Φρανσιγιού κρυφογέλασαν. «Σας φαίνεται παράξενο;» τους ρωτήσαμε. «Όχι δα, είδαμε κι άλλες νομισματικές μεταρρυθμίσεις» μας απάντησαν. Είχαν μάλιστα προμηθευτεί (στη Λιμόζ) τα περιζήτητα κερματοφόρα ευρωσακκουλάκια και περίμεναν τη χρυσή ευκαιρία να δώσουν ρέστα. Έπειτα, σε φράγκα ή ευρώ η ανταλλαγή της αγελάδας με πρόβατα και γίδες παραμένει αξία σταθερή και ανεκτίμητη. Όχι όπως κάποια άλλη αγελάδα που ψόφησε πρόσφατα πέφτοντας σε παγωμένη λίμνη κάπου στην αγροτική Σκωτία και όπως πληροφορηθήκαμε σχετικά από τον φιλοπερίεργο γαλλικό τύπο, την άρπαξαν (εύποροι και προφανώς βιτσιόζοι) αμερικανοί τουρίστες και την εκσφενδόνησαν με καταπέλτη πάνω σε μεσαιωνικό μισοερειπωμένο πύργο για να ικανοποιήσουν ποιός ξέρει τί είδους «ιστοριοδιφική» (ή υστερική ;) περιέργεια. Εμείς πάντως στο δρόμο της επιστροφής, καθ’οδόν προς τη γαλλική πρωτεύουσα, φιλοξενηθήκαμε για λίγες ώρες σ΄έναν μικρό πύργο κοντά στη Λιμόζ, οικογενειακή κληρονομιά ενός παλιού (γάλλου) συμφοιτητή. Η κάβα πλήρης ημερών και χρόνων ανοίχτηκε για χάρη μας, μα κάποια πρόφαση βρήκαμε και δε μείναμε άλλο. Είμαστε του λόγου μας κι εμείς πλήρεις αναμνήσεων ως την επόμενη φορά. Την (απλή) αμόλυβδη που όντως μας έλειπε τη βρήκαμε γρήγορα στη διπλανή υπεραγορά «Carrefour» προς 0,91€ το λίτρο. «56 λίτρα κάνουν 50,96€ ή 334,25 γαλλικά φράγκα. Σε ευρώ θα πληρώσετε ή σε φράγκα ; Καλό σας ταξίδι».

*Παναγιώτης ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ - Ιστορικός - Κοινωνικός Ανθρωπολόγος

[Δημοσίευση: «Νέμεσις», τεύχος Δεκεμβρίου 2008]

 
 
Français
Ελληνικά

Επισκέπτες Online 1

Qui suis-je...

Anthropologue et historien, je me suis d'abord penché sur la notion d' "insularité", (terrain d'enquête auprès d'une communauté de pécheurs en mer Égée). En tant q'historien, j'ai proposé une "histoire culturelle de la guerre" dans les Balkans, utilisant des sources issues des écrits du front de la période 1916-1922, (lettres du front adressées à des marraines de soldat, carnets personnels). J'ai enfin porté ce même regard d'historien et d'ethnographe sur l'actualité française, en tant que correspondant en France de la revue grecque Némésis (1999-2008).

Plus sur mon Blog

 

 

Who am I...

Anthropologist and historian, I first considered the notion of "insularity" (a survey of a fishing community in the Aegean). Using written sources from the front of the 1916-1922 period, (letters sent from the front to soldiers' godmothers; personal diaries), as a historian, I proposed a "cultural history of war" in the Balkans. I finally brought this same look as a historian and ethnographer on French news, being a correspondent in France of the Greek magazine Nemesis (1999-2008).

More on my Blog

 
 
   
  CMSimple_XH στά Ελληνικά